σειράδα

η / σειράς, -άδος, ΝΑ
νεοελλ.
1. το δερμάτινο τμήμα τής σαγής ζευγμένου αλόγου
2. ιμάντας ή σχοινί με το οποίο είναι δεμένο το υποζύγιο με το όχημα που σύρει
αρχ.
(υποκορ. τού σειρά) μικρό σχοινί.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σειρά + επίθημα -άς, -άδος (πρβλ. θαμν-άς)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανασειράζω — ἀνασειράζω (AM) συγκρατώ, θέτω υπό έλεγχο, περιορίζω αρχ. 1. απομακρύνω, απομακρύνω από το ορθό 2. τραβώ προς τα πίσω με τη σειράδα (μικρό σχοινί). [ΕΤΥΜΟΛ. < ανα * + αρχ. σειρά «σχοινί»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.